Πάολα Ανδριωτάκη: Η μεγαλύτερη επιθυμία μου ήταν δημιουργήσω μια ιστορία που θα ήθελα να ζήσω κι εγώ ως αναγνώστρια.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Η Πάολα Ανδριωτάκη γεννήθηκε στην Αθήνα και έχει καταγωγή από τον Παναμά. Είναι δίγλωσση και πτυχιούχος Ισπανικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, ενώ από τα φοιτητικά της χρόνια διδάσκει ισπανικά με βιωματικό τρόπο.
Έζησε αρκετά χρόνια στον Παναμά όπου ίδρυσε την πρώτη της επιχείρηση −μια σειρά θεματικών escape rooms− και δραστηριοποιήθηκε αργότερα ως Business Coach, ενισχύοντας τις διαπροσωπικές δεξιότητες στελεχών από εταιρείες παγκόσμιου βεληνεκούς. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα ίδρυσε την κοινότητα “Hablo Español”, έναν διαδραστικό χώρο εξάσκησης του προφορικού λόγου για τους λάτρεις της ισπανικής γλώσσας.
Το πρώτο της μυθιστόρημα, Μάνγκο & Αλάτι, είναι εμπνευσμένο από τις δυο κουλτούρες που τη διαμόρφωσαν, την ελληνική και τη λατινοαμερικάνικη. Όνειρό της είναι να γράφει ιστορίες που οδηγούν σε ένα αέναο φλερτ με τη σαγήνη του άγνωστου και τη μαγεία τού να παραδίνεσαι στο ταξίδι της ζωής.

Συνέντευξη:
Πάολα καλώς ήρθες στα Λογοτεχνικά Ταξίδια. Πες μας μερικά πράγματα για σένα για να σε γνωρίσουμε καλύτερα.
Καταρχάς, σε ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση και τη φιλοξενία!
Γεννήθηκα στην Αθήνα, έχω καταγωγή από τον Παναμά και μεγάλωσα ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς που επηρέασαν βαθιά τον τρόπο που σκέφτομαι και βλέπω τον κόσμο. Σπούδασα Ισπανική Φιλολογία στο ΕΚΠΑ και από τα φοιτητικά μου χρόνια ασχολούμαι με τη διδασκαλία της ισπανικής γλώσσας.
Το 2016 αποφάσισα να αφήσω πίσω μου την επαγγελματική μου ασφάλεια και να μετακομίσω στον Παναμά, όπου δημιούργησα τη δική μου επιχείρηση με θεματικά escape rooms. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ίδρυσα την κοινότητα «Hablo Español», με στόχο την εξάσκηση του προφορικού λόγου και την ουσιαστική επικοινωνία στα ισπανικά.
Αγαπώ τη ζωή με πάθος και βρίσκω τις ανθρώπινες σχέσεις ανεξάντλητα συναρπαστικές. Αναζητώ εμπειρίες που με βγάζουν από το οικείο και το γνώριμο, ανθρώπους που τολμούν να σκέφτονται έξω από τα συνηθισμένα και αφορμές για να ανακαλύπτω διαρκώς κάτι καινούργιο. Και, φυσικά, χορεύω σάλσα, γιατί δύσκολα μπορώ να αντισταθώ σε οτιδήποτε έχει ρυθμό, ένταση και ζωντάνια!
Πώς νιώθεις για την κυκλοφορία του πρώτου σου βιβλίου (Μάνγκο και αλάτι); Ήταν πάντα μέρος των σχεδίων σου να γράψεις ένα βιβλίο ή προέκυψε ξαφνικά;
Η αγάπη μου για τις λέξεις και την αφήγηση υπήρχε από πολύ νωρίς. Από μικρή με γοήτευε το πώς οι ίδιες λέξεις, τοποθετημένες με διαφορετικό τρόπο, μπορούσαν να γεννήσουν εντελώς διαφορετικά συναισθήματα. Στην εφηβεία μου έγραφα σκέψεις και προβληματισμούς, ενώ παράλληλα ανακάλυπτα το ενδιαφέρον μου για την αυτογνωσία και την ανθρώπινη ψυχολογία.
Η επιθυμία να γράψω ένα μυθιστόρημα, δεν προέκυψε ξαφνικά. Εκείνο που ήρθε απρόσμενα ήταν η ίδια η ιστορία, έπειτα από ένα ταξίδι μου στο Μεντεγίν της Κολομβίας.
Από την πρώτη στιγμή είχα ξεκάθαρο πως ήθελα να γράψω το βιβλίο των δικών μου αναγνωστικών γούστων. Εκείνο που αναζητούσα κάθε φορά που στεκόμουν μπροστά σε μια βιβλιοθήκη, ελπίζοντας να βρω μια ιστορία που θα με ταξίδευε σε έναν άγνωστο τόπο, θα με έκανε να γελάσω, να συγκινηθώ, να αγωνιώ για την εξέλιξή της και κλείνοντας την τελευταία σελίδα, να αισθανθώ πως κάτι μέσα μου είχε μετακινηθεί.
Αυτή ήταν η μεγαλύτερη επιθυμία μου όταν ξεκίνησα να γράφω το «Μάνγκο και Αλάτι». Να δημιουργήσω μια ιστορία που θα ήθελα πάνω απ' όλα να ζήσω κι εγώ ως αναγνώστρια.
Ας μιλήσουμε λίγο για το ΜΑΝΓΚΟ ΚΑΙ ΑΛΑΤΙ. Η Ρενάτα, η πρωταγωνίστριά σου, ξεκινά την ιστορία έχοντας χτίσει μια ζωή που, τουλάχιστον εξωτερικά, μοιάζει τακτοποιημένη. Πόσο δύσκολο ήταν συγγραφικά να δείξεις ότι ένας άνθρωπος μπορεί να έχει πετύχει όσα κάποτε επιθυμούσε και παρ’ όλα αυτά να ανακαλύπτει ότι δεν είναι πραγματικά ευτυχισμένος;
Αυτό ήταν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της Ρενάτας για μένα. Δεν ήθελα να δημιουργήσω μια ηρωίδα που δυστυχεί φανερά. Αντίθετα, ήθελα να δείξω έναν άνθρωπο που έχει καταφέρει πολλά από όσα κάποτε ονειρευόταν και ακριβώς γι’ αυτό, δυσκολεύεται να παραδεχτεί ότι κάτι μέσα του δεν είναι όπως θα ήθελε.
Πιστεύω πως υπάρχει μια λεπτή διαφορά ανάμεσα στο να έχουμε μια επιτυχημένη ζωή και στο να αισθανόμαστε ότι ζούμε τη ζωή που πραγματικά μας εκφράζει. Κάποιες φορές συνεχίζουμε να υπηρετούμε στόχους που θέσαμε πριν από χρόνια, χωρίς να αναρωτιόμαστε αν εξακολουθούν να αντιστοιχούν στον άνθρωπο που έχουμε γίνει.
Συγγραφικά, η πρόκληση ήταν να αποτυπώσω αυτή την εσωτερική αντίφαση μέσα από τις επιλογές, τις αντιδράσεις και τις σιωπές της Ρενάτας, αφήνοντας τον αναγνώστη να ανακαλύψει όσα ακόμη και η ίδια δυσκολεύεται να παραδεχτεί.

Στο μυθιστόρημα υπάρχει έντονα η ιδέα πως πολλές φορές περιμένουμε ένα μεγάλο γεγονός για να επανεξετάσουμε τη ζωή μας. Ετσι και η πρωταγωνιστρια σου. Γιατι φοβοταν να αλλαξει πορεία όσο όλα εμοιαζαν ακόμη “καλά”;
Γιατί όταν όλα μοιάζουν καλά, ο φόβος της αλλαγής βρίσκει πολύ πειστικά επιχειρήματα για να μας κρατήσει ακίνητους.
Η Ρενάτα είχε επενδύσει χρόνο, κόπο και συναίσθημα στη ζωή που είχε δημιουργήσει. Η σταθερότητα ήταν γι’ αυτήν μια μορφή προστασίας και το να αμφισβητήσει τις επιλογές της σήμαινε πως θα έπρεπε να αντιμετωπίσει το άγνωστο, χωρίς καμία εγγύηση ότι αυτό που θα ακολουθούσε θα ήταν καλύτερο.
Συχνά, όμως, ο φόβος μεταμφιέζεται σε λογική. Μας ψιθυρίζει ότι δεν υπάρχει λόγος να ρισκάρουμε, ότι πρέπει να είμαστε ευγνώμονες για όσα έχουμε, ότι ίσως ζητάμε περισσότερα απ’ όσα δικαιούμαστε.
Η Ρενάτα χρειαζόταν ένα γεγονός που θα διατάρασσε αυτή τη βεβαιότητα. Το ταρακούνημα αυτό ήρθε μέσα από τον πιο αγαπημένο της άνθρωπο, τον παππού της, που ακόμη και στο κατώφλι του δικού του τέλους θα γινόταν η αφορμή για τη δική της νέα αρχή.
Ο Πίπο, παρότι βρίσκεται αντιμέτωπος με το τέλος της ζωής του, μοιάζει να αφήνει πίσω του πολύ περισσότερη ζωή απ’ όση αφήνουν συχνά άνθρωποι που έχουν ακόμη χρόνια μπροστά τους. Τι ηθελες να πάρει η Ρενάτα από εκείνον πέρα από τις αναμνήσεις που ειχε μαζι του;
Ήθελα να της αφήσει κάτι πολύ πιο πολύτιμο από οποιοδήποτε υλικό αγαθό: την ελευθερία να ζήσει τη ζωή της με τους δικούς της όρους.
Ο Πίπο είναι ένας άνθρωπος που έχει γνωρίσει τη φτώχεια, την απώλεια, τον έρωτα, την επιτυχία, αλλά και τα λάθη. Έχει ζήσει αρκετά ώστε να καταλάβει πως ο χρόνος είναι ίσως το πολυτιμότερο αγαθό μας και πως πολλές από τις βεβαιότητες στις οποίες στηριζόμαστε δεν έχουν τελικά τη σημασία που τους αποδίδουμε.
Μέσα από τους γρίφους, τα μυστικά και τις αποκαλύψεις που αφήνει πίσω του, δεν επιδιώκει να καθορίσει το μέλλον της εγγονής του. Αντίθετα, θέλει να την προκαλέσει να αμφισβητήσει όσα θεωρεί δεδομένα, να ανακαλύψει τις δικές της επιθυμίες και να βρει το θάρρος να τις ακολουθήσει.
Για μένα, αυτή είναι η σπουδαιότερη κληρονομιά του Πίπο: το θάρρος να ζεις, αντί απλώς να περνάς μέσα από τη ζωή.
Η ιστορία ξεκινά με έναν αποχαιρετισμό, όμως στην ουσία μιλά πολύ για νέες αρχές. Θεωρείς ότι για να δημιουργηθεί χώρος για κάτι καινούργιο στη ζωή μας πρέπει αναγκαστικά να αποχαιρετήσουμε κάποια παλιότερη εκδοχή του εαυτού μας; Η Ρενάτα τι θυσίασε για τη δική της νεα αρχή;
Δεν πιστεύω ότι χρειάζεται να αποχαιρετήσουμε τον παλιό μας εαυτό σαν να ήταν κάποιος που πρέπει να ξεχάσουμε. Άλλωστε, ακόμη και οι επιλογές που σήμερα θα κάναμε διαφορετικά μάς έχουν διαμορφώσει και αποτελούν κομμάτι της προσωπικής μας διαδρομής.
Πιστεύω, όμως, ότι για να εξελιχθούμε χρειάζεται κάποια στιγμή να αποχωριστούμε ορισμένες πεποιθήσεις μας. Εκείνες που ίσως κάποτε μας προστάτευαν, αλλά με τον καιρό άρχισαν να μας περιορίζουν.
Η Ρενάτα δεν χρειάστηκε να απαρνηθεί όσα είχε καταφέρει. Εκείνο που κλήθηκε να εγκαταλείψει ήταν κυρίως η ψευδαίσθηση ότι μπορεί να ελέγχει τα πάντα, η ανάγκη να γνωρίζει εκ των προτέρων την έκβαση κάθε επιλογής και η συνήθεια να αναβάλλει όσα επιθυμεί μέχρι να αισθανθεί απολύτως ασφαλής.
Άλλωστε, το όνομά της σημαίνει «αναγεννημένη». Και για μένα αυτή η αναγέννηση δεν σημαίνει ότι γίνεται ένας εντελώς διαφορετικός άνθρωπος, αλλά ότι επιτρέπει επιτέλους στον εαυτό της να γίνει περισσότερο αυτό που θα μπορούσε πάντα να είναι.
Η Ρενάτα μετακινείται όχι μόνο από την Ελλάδα στην Κολομβία αλλά και από έναν πολύ ελεγχόμενο τρόπο ζωής σε έναν κόσμο περισσότερο αυθόρμητο και συναισθηματικό. Υπήρχε κάποιο συγκεκριμένο κομμάτι του χαρακτήρα της που ηθελες το Μεντεγίν να “ξεβολέψει” περισσότερο;
Ναι, την ανάγκη της να ελέγχει τα πάντα και να προστατεύει τον εαυτό της από όσα δεν μπορεί να προβλέψει.
Η Ρενάτα έχει μάθει να λειτουργεί μέσα σε ένα πλαίσιο όπου η λογική προηγείται σχεδόν πάντα του συναισθήματος. Ήθελα το Μεντεγίν, με τις αντιθέσεις, τη ζωντάνια και τον αυθορμητισμό του να την προκαλέσει να δει τη ζωή διαφορετικά. Να γνωρίσει ανθρώπους που εκφράζονται πιο ελεύθερα, να αφεθεί σε απρόβλεπτες καταστάσεις και να ανακαλύψει πως δεν χρειάζεται να έχει πάντοτε τον έλεγχο για να αισθάνεται ασφαλής.
Με συγκίνησε ιδιαίτερα και η ιστορία της ίδιας της πόλης. Ένας τόπος που κουβαλά ένα δύσκολο παρελθόν, αλλά κατάφερε να μεταμορφωθεί και να διεκδικήσει μια διαφορετική ταυτότητα. Αυτή η διαδρομή αποτέλεσε για μένα έναν υπέροχο παραλληλισμό με την προσωπική μεταμόρφωση της ηρωίδας μου.

Στο βιβλίο συνυπάρχουν το πένθος, το χιούμορ, ο έρωτας, το μυστήριο και η περιπέτεια χωρίς η ιστορία να γίνεται βαριά. Ήταν συνειδητή επιλογή να μιλήσεις για δύσκολα θέματα μέσα από μια αφήγηση γεμάτη χρώμα και ζωντάνια;
Απολύτως. Γιατί έτσι αντιλαμβάνομαι και την ίδια τη ζωή.
Δεν βιώνουμε τα συναισθήματά μας σε ξεχωριστά κεφάλαια. Μπορεί να πενθούμε έναν άνθρωπο και λίγο αργότερα, κάτι να μας κάνει να γελάσουμε. Μπορεί να φοβόμαστε και ταυτόχρονα να ερωτευόμαστε. Να κουβαλάμε μια απώλεια και παρ’ όλα αυτά να εξακολουθούμε να διψάμε για νέες εμπειρίες.
Δεν ήθελα, λοιπόν, να γράψω μια ιστορία που θα αντιμετώπιζε τα δύσκολα ζητήματα με διαρκή σοβαροφάνεια. Ήθελα να τους δώσω τη βαρύτητα που τους αξίζει, χωρίς όμως να στερήσω από τον αναγνώστη τη χαρά της περιπέτειας, το χιούμορ, την αγωνία και τη συγκίνηση. Να δημιουργήσω ένα μυθιστόρημα που θα τον ταξιδεύει, θα τον ψυχαγωγεί, αλλά ταυτόχρονα θα του αφήνει χώρο να αναλογιστεί τη δική του ζωή.
Άλλωστε, αυτός είναι και ένας από τους συμβολισμούς του τίτλου. Το γλυκό και το αλμυρό, η χαρά και η λύπη, το ευχάριστο και το επώδυνο συνυπάρχουν. Αυτή η συνύπαρξη είναι που δίνει στη ζωή το ιδιαίτερο άρωμα της.
Ο έρωτας έρχεται στη ζωή της Ρενάτας σε μια στιγμή κατά την οποία όλα όσα θεωρούσε δεδομένα αλλάζουν. Τι σε ενδιέφερε περισσότερο να εξερευνήσεις μέσα από αυτή τη σχέση;
Με ενδιέφερε να εξερευνήσω τι συμβαίνει όταν δύο άνθρωποι συναντιούνται έχοντας διαφορετική σχέση με τον φόβο, τον χρόνο και την ίδια τη ζωή.
Η Ρενάτα έχει μάθει να προστατεύει τον εαυτό της, να υπολογίζει τους κινδύνους και να διατηρεί τον έλεγχο. Ο Πέδρο, αντίθετα, έχει γνωρίσει από νωρίς την απώλεια και έχει συνειδητοποιήσει πόσο εύθραυστα είναι όσα θεωρούμε δεδομένα. Αυτή η διαφορετική στάση απέναντι στη ζωή δημιουργεί ανάμεσά τους μια ιδιαίτερη δυναμική.
Δεν ήθελα, ωστόσο, να παρουσιάσω έναν ιδανικό άντρα που εμφανίζεται για να σώσει την ηρωίδα. Ο Πέδρο έχει τη δική του ιστορία, τις δικές του πληγές και αντιφάσεις. Με ενδιέφερε περισσότερο να δείξω πώς ο έρωτας μπορεί να λειτουργήσει σαν καθρέφτης, φέρνοντάς μας αντιμέτωπους με πλευρές του εαυτού μας που μέχρι τότε αποφεύγαμε να κοιτάξουμε.
Οι πιο ουσιαστικές σχέσεις δεν είναι εκείνες που εξαφανίζουν τους φόβους μας, αλλά εκείνες μέσα στις οποίες βρίσκουμε το θάρρος να τους αντιμετωπίσουμε.
Η οικογένεια στο “Μάνγκο και Αλάτι” δεν λειτουργεί μόνο ως δεσμός αίματος αλλά και ως φορέας μυστικών, αναμνήσεων και πραγμάτων που περνούν από τη μία γενιά στην άλλη. Πιστεύεις ότι για να καταλάβουμε πραγματικά ποιοι είμαστε πρέπει κάποια στιγμή να αναμετρηθούμε και με τις ιστορίες των ανθρώπων που ήρθαν πριν από εμάς;
Είναι δύσκολο να γνωρίσουμε πραγματικά τον εαυτό μας χωρίς να αναρωτηθούμε από πού προέρχονται ορισμένες από τις πεποιθήσεις, τους φόβους και τις συμπεριφορές μας.
Οι οικογένειές μας μάς κληροδοτούν πολύ περισσότερα από αναμνήσεις και παραδόσεις. Μας μεταδίδουν αντιλήψεις για την αγάπη, την επιτυχία, την ασφάλεια, ακόμη και για το τι θεωρείται επιτρεπτό να επιθυμούμε. Και πολλές φορές κουβαλάμε όλα αυτά μέσα μας χωρίς καν να συνειδητοποιούμε ότι δεν αποτελούν δικές μας επιλογές.
Στην περίπτωση της Ρενάτας, η απουσία του πατέρα της, οι φόβοι της μητέρας της και η επιρροή της θείας της έχουν αφήσει αποτυπώματα που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τη ζωή και τις σχέσεις της.
Δεν πιστεύω, ωστόσο, ότι χρειάζεται να αναζητούμε ενόχους στο οικογενειακό μας παρελθόν. Η αυτογνωσία αρχίζει όταν μπορούμε να κοιτάξουμε αυτές τις ιστορίες με κατανόηση, αλλά και με την ελευθερία να επιλέξουμε τι θέλουμε να κρατήσουμε και τι να αφήσουμε πίσω.
Έχεις ζήσει η ίδια ανάμεσα στην ελληνική και τη λατινοαμερικάνικη κουλτούρα. Υπήρξε κάποια σκηνή, συμπεριφορά χαρακτήρα ή μικρή λεπτομέρεια του βιβλίου που προέρχεται τόσο άμεσα από προσωπικό σου βίωμα ώστε, όταν τη έγραφε, ένιωσες ότι εκεί μπήκε μέσα στην ιστορία ένα κομμάτι της δικής σου ζωής;
Νομίζω πως το πιο προσωπικό κομμάτι του βιβλίου είναι ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνω το Μεντεγίν.
Οι εικόνες, οι ήχοι, οι μυρωδιές, οι γεύσεις και οι μικρές καθημερινές λεπτομέρειες της πόλης προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από όσα παρατήρησα και αισθάνθηκα όταν βρέθηκα εκεί. Ήθελα ο αναγνώστης να μη γνωρίσει απλώς έναν διαφορετικό τόπο, αλλά να αισθανθεί πως περπατά στους δρόμους του, ακούει τις φωνές των ανθρώπων και ανακαλύπτει την ιδιαίτερη ατμόσφαιρά του.
Και φυσικά, η σχέση μου με την ισπανική γλώσσα διαπερνά ολόκληρο το μυθιστόρημα. Οι ισπανικές εκφράσεις δεν μπήκαν στην ιστορία ως διακοσμητικές πινελιές. Ήθελα οι χαρακτήρες μου να σκέφτονται και να αισθάνονται μέσα στη δική τους γλώσσα, ακόμη κι όταν ο αναγνώστης τους παρακολουθεί στα ελληνικά.
Δεν έγραψα αυτοβιογραφικά. Έδωσα, όμως, στους αναγνώστες μου κάτι πολύ πιο προσωπικό: τα δικά μου μάτια για να αντικρίσουν έναν τόπο που αγάπησα.
Αν μπορούσαμε να συναντήσουμε τη Ρενάτα έναν χρόνο μετά την τελευταία σελίδα του βιβλίου, ποια αλλαγή της θα ήθελες περισσότερο να έχει αντέξει στον χρόνο; Και ποια παλιά της συνήθεια φοβάσαι ότι ίσως εξακολουθούσε να την κυνηγά;
Θα ήθελα πάνω απ’ όλα να έχει διατηρήσει το θάρρος να ακούει τον εαυτό της. Όχι απαραίτητα να παίρνει πάντοτε τις σωστές αποφάσεις, αλλά να μην αγνοεί πια όσα αισθάνεται επειδή δεν ταιριάζουν με όσα είχε σχεδιάσει.
Να εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη ζωή με περιέργεια, να επιτρέπει στον εαυτό της να εκπλήσσεται και να μην αναβάλλει την αγάπη και τις εμπειρίες περιμένοντας την ιδανική στιγμή.

Να περιμένουμε κάτι νέο από σένα σύντομα; Πού θα είναι το επόμενο ταξίδι μας μέσα απο κάποια ιστορια σου;
Η συγγραφή έχει γίνει πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου και δυσκολεύομαι να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς αυτήν.
Το επόμενο μυθιστόρημά μου θα σας ταξιδέψει από τη Σαντορίνη μέχρι την Ιταλία, μέσα από μια ιστορία αγάπης που φέρνει δύο ανθρώπους αντιμέτωπους με ένα φαινομενικά απλό αλλά βαθιά ουσιαστικό ερώτημα: τι σημαίνει πραγματικά να ακούς κάποιον πέρα από τις λέξεις που προφέρει;
Αυτή τη φορά καταπιάνομαι με την επίδραση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στις ανθρώπινες σχέσεις, την ηλικιακή ανασφάλεια των γυναικών, την ανδρική ευαλωτότητα και την έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας που χαρακτηρίζει τόσο έντονα την εποχή μας.
Όλα αυτά τα συνδυάζω με έρωτα, ταξίδι, συναίσθημα και ανατροπές, με την επιθυμία να δημιουργήσω μια ιστορία που θα ταξιδέψει τον αναγνώστη, αλλά θα τον προσκαλέσει και να αναρωτηθεί πόσο συχνά ακούμε πραγματικά τους ανθρώπους που αγαπάμε.
Πάολα σε ευχαριστώ θερμά για τον χρόνο σου, εύχομαι να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο σου. Πριν κλείσουμε, στείλε ένα μήνυμα σε όσους μας διαβάζουν.
Νεκταρία μου, σε ευχαριστώ κι εγώ από καρδιάς για τη φιλοξενία και τις τόσο όμορφες και ουσιαστικές ερωτήσεις σου!
Αν μπορούσα να αφήσω μια σκέψη αυτή θα ήταν να θυμόμαστε πως δεν χρειάζεται να έχουμε όλες τις απαντήσεις για να τολμήσουμε το επόμενο βήμα. Να μην αναβάλλουμε τα όνειρα και τις επιθυμίες μας περιμένοντας την ιδανική στιγμή.
Άλλωστε, όσο χτυπά η καρδιά μας, η ζωή δεν έχει πει ακόμα την τελευταία της λέξη...




Σχόλια