Ψίθυροι από το παρελθόν - Νεκταρία Μαρκάκη ©️2017-2026
- Nektaria Markakis
- 17 Μαΐ
- διαβάστηκε 8 λεπτά

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο μου "Ψίθυροι από το παρελθόν" το οποίο για μένα αποτελεί το λιμάνι μου, το καταφύγιό μου, όταν θέλω να αποτραβηχτώ και να χαθώ από τον κόσμο.
Γνωρίστε τον Τζες και την Έμμα... και το μυστήριο της έπαυλης Ρόουζγουντ.
Απαγορεύεται η αντιγραφή κάθε είδους, το κείμενο είναι κατοχυρωμένα νομικά.
Η εικόνα έχει φτιαχτεί με ΑΙ και δεν αποτελεί εξώφυλλο του βιβλίου.
{...}
«Μιλώντας για την Έβελιν», αποκρίθηκε η Έμμα και ο Τζες την κοίταξε με το φρύδι σηκωμένο. «Πρέπει να δω την έπαυλη, φεύγω σύντομα…»
«Τότε θα τη δούμε αύριο. Θα δουλέψω μερικές ώρες ακόμα για να παραδώσω την καρέκλα στην ώρα της».
«Δώσε μου το κλειδί να πάω εγώ», του είπε αλλά ο Τζες ήταν ανένδοτος.
«Αύριο», απάντησε ξερά.
«Λόκγουντ, δεν ξέρω τι στο καλό σε έχει πιάσει αλλά θέλω το κλειδί και το θέλω τώρα!» απαίτησε κερδίζοντας την αμέριστη προσοχή του.
Άφησε ένα πνιχτό λυγμό όταν την πλησίασε με αργό βήμα και στάθηκε επιβλητικός μπροστά της. Όταν βρισκόταν σε κοντινή απόσταση το σώμα της Έμμα απλά σταματούσε να δέχεται εντολές από το μυαλό της κι ενώ ήθελε να φύγει μακριά του, δεν τα κατάφερε. Σήκωσε το κεφάλι της όσο χρειαζόταν για να τον κοιτάξει μα το μετάνιωσε γιατί η καρδιά της άρχισε να χτυπάει άτακτα. Δεν ήταν μόνο η εγγύτητα, ήταν το άρωμά του ανακατεμένο με τη μυρωδιά του ξύλου και η ζεστασιά του σώματός της που την τάραζαν σε σημείο να μην μπορεί να πάρει ανάσα. Δεν ένιωσε ξανά έτσι εξαιτίας κάποιου άντρα... ήταν πρωτόγνωρο και τρομαχτικό αυτό που ξυπνούσε μέσα της ο Λόκγουντ.
«Είπα, θα πάμε αύριο», απάντησε μιλώντας αργά, κάνοντας ένα βήμα πιο κοντά της. Η Έμμα κατάφερε να ξεκολλήσει τα πόδια της από το έδαφος και να οπισθοχωρήσει ελάχιστα. «Μην είσαι ξεροκέφαλη, Τόμσον». Άλλο ένα βήμα κοντά της, άλλη μια οπισθοχώρηση από μέρους της. «Δεν μπορούν τα πράγματα να γίνονται όταν τα θες, όπως τα θες εσύ. Ο καιρός χαλάει, δεν ξέρεις πότε θα πιάσει βροχή, καλύτερα να πάμε αύριο που δε θα κινδυνεύουμε», συνέχισε πλησιάζοντάς τη αλλά με κάθε βήμα που έκανε πιο κοντά της, η Έμμα απομακρυνόταν ανήμπορη να τραβήξει το βλέμμα της από το πρόσωπό του.
«Είσαι απαράδεκτος», κατάφερε να πει, παρότι το στόμα της ήταν στεγνό και η ανάσα της κοφτή.
«Κι εσύ ενοχλητική», αποκρίθηκε ο Τζες με μια υποψία χαμόγελου, κι έκλεισε την πόρτα με δύναμη.
Η Έμμα τινάχτηκε τρομαγμένη. Ούτε που κατάλαβε πως την έβγαλε από το εργαστήριο. Άφησε την ανάσα της να βγει αργά και κάγχασε νευριασμένη γιατί, για μια ακόμη φορά έπεσε στην παγίδα του. «Ω, θα μου το πληρώσεις ακριβά, Λόκγουντ!» φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε και έφυγε για το Χάρτβιλ βρίζοντας θεούς και δαίμονες. Με τον εαυτό της τα είχε γιατί λίγο ακόμα να μείωνε την απόσταση μεταξύ τους, μπορεί και να του παραδινόταν άνευ όρων. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε έλξη για κάποιον άγνωστο, είχε καταλήξει στο κρεβάτι με κάποιους από αυτούς, αλλά ήταν σίγουρα η μοναδική φορά που ήταν ικανή να αφήσει κάποιον άλλον να έχει το πάνω χέρι. Τόσο πολύ την επηρέαζε η παρουσία του.
Μουρμούραγε ακόμα όταν επέστρεψε στο Χάρτβιλ. Τα νεύρα της ήταν τσιτωμένα, ήταν ήδη μια μέρα στο χωριό κι ακόμα δεν είχε δει την έπαυλη γιατί ο Τζες προτιμούσε να πατάει όλα της τα κουμπιά. Το μεγαλύτερό της πρόβλημα όμως δεν ήταν εκείνος, αλλά το γεγονός πως της φαινόταν πως ο χρόνος δεν περνούσε με τίποτα σε αυτό το μέρος. Ήταν ώρες ξύπνια και ήταν μόλις τρεις το μεσημέρι. Σύντομα θα σκοτείνιαζε γιατί του χειμώνα δεν του άρεσε το φως, μα δεν ήθελε να κλειστεί στο μικροσκοπικό της δωμάτιο. Άρχισε να περπατάει στους λιγοστούς δρόμους του Χάρτβιλ βαριεστημένα, όταν είδε την Έλεν να μπαίνει μέσα σε ένα όμορφο κτίριο από εκείνα που με μια ματιά καταλαβαίνεις πως κρύβουν μέσα τους μεγάλη ιστορία. Δίστασε μόνο για μια στιγμή πριν φωνάξει το όνομά της.
«Έμμα, όλα καλά;» ρώτησε, με το καλοσυνάτο χαμόγελό της να διώχνει όλα τα αρνητικά συναισθήματα που την γυρόφερναν.
«Μια χαρά, ελπίζω να μη σε καθυστερώ!»
«Στη βιβλιοθήκη πάω, έλα μαζί μου αν θες, θέλω να βρω πληροφορίες για ένα νομικό θέμα», αποκρίθηκε η Έλεν.
«Έχει βιβλία για την ιστορία του Χάρτβιλ εκεί;» ρώτησε η Έμμα αλλά η Έλεν γέλασε δυνατά.
«Ένα μικρό χωριό είμαστε, τι ιστορία να έχουμε. Η περιοχή μας γενικά δεν είναι από τις πιο γνωστές».
«Έχει μια γοητεία, όμως», είπε η Έμμα και το εννοούσε. «Και ωραίους ανθρώπους, επίσης. Κάποιοι είναι εκνευριστικοί και σε κάνουν να θες να τους…» συνέχισε, κάνοντας τάχα πως έπνιγε έναν αόρατο εχθρό.
«Σου κάνει τη ζωή δύσκολη ο Τζες;» ρώτησε η Έλεν, πνίγοντας το γέλιο της. «Μην του δίνεις σημασία, απλά δεν εμπιστεύεται εύκολα τους ανθρώπους και γίνεται δύσκολος αλλά κατά βάθος είναι υπέροχος άνθρωπος».
«Κατά πολύ βάθος, προφανώς, γιατί από χθες παίζει μαζί μου και δε μου δίνει το κλειδί της έπαυλης. Δύο φωτογραφίες θέλω να βγάλω, να τελειώνω με την υποχρέωσή μου για να σας αδειάσω τη γωνιά, και ως τώρα δεν την έχω δει απ’ έξω!»
«Και τι σε σταματάει;» ρώτησε προκλητικά η Έλεν. «Δέκα λεπτά είναι από του Τζες. Πήγαινε να ρίξεις μια ματιά να σου φύγει η απορία».
Δεν είχε άδικο, μπορούσε να το κάνει αυτό, δεν τη σταματούσε τίποτα. Ευχαρίστησε την Έλεν και βγήκε από τη βιβλιοθήκη με αποφασιστικότητα, αγνοώντας το γεγονός πως ο ουρανός ξαφνικά δεν ήταν τόσο καθαρός και φωτεινός. Τα βαριά σύννεφα μαζεύονταν με γοργούς ρυθμούς αλλά πίστευε πως θα μπορούσε να πάει ως την έπαυλη και να γυρίσει πριν πιάσει βροχή. Κούμπωσε το παλτό της και τύλιξε καλά το κασκόλ γύρω από τον λαιμό της κοιτώντας τον χωματόδρομο που οδηγούσε προς το μέρος όπου μεγάλωσε η μυστηριώδης φίλη του παππού της.
«Για να δούμε, Έβελιν, τι το ιδιαίτερο έχει αυτή η έπαυλη και θες τόσο πολύ να τη δω;» μουρμούρισε και συνέχισε την πορεία της προς το δάσος που έκρυβε κι αυτό τα μυστικά του.
Από την πρώτη στιγμή που τα πόδια της άφησαν το οδόστρωμα και πάτησαν πάνω στο χώμα, το σκηνικό γύρω της άλλαξε. Έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο της για να δει το Χάρτβιλ όσο την κατάπινε το δάσος, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως ήταν ακόμα εκεί και πως θα μπορούσε να επιστρέψει σε αυτό. Ήταν παράξενο το πόσο απόκοσμο έμοιαζε ξαφνικά, καθώς το τύλιγε η ομίχλη. Σκέφτηκε να επιστρέψει στην ασφάλεια του μπαρ του Τζες, αλλά το πείσμα της ήταν μεγάλο και η περιέργειά της ακόμα μεγαλύτερη. Έκανε μερικά βήμα στον χωμάτινο δρόμο που οδηγούσε στον προορισμό της, και κράτησε την ανάσα της γιατί μύριζε την έντονη υγρασία κι ενώ μετά τη βροχή η μυρωδιά τη μεθούσε, τώρα της προκαλούσε δυσφορία. Άκουγε το νερό να τρέχει. Της είπαν πως υπήρχε ένα μικρό ποτάμι που κατέληγε στη λίμνη όπου ήταν χτισμένη η έπαυλη Ρόουζγουντ και αν ακολουθούσε το θόρυβο, θα έβγαινε απευθείας εκεί. Αυτό έκανε, κοιτούσε το δάσος μαγεμένη ενώ ορκίστηκε πως είδε κάποια ζωάκια να την κοιτάνε παραξενεμένα που έκανε εισβολή στο χώρο τους. Γέλασε με τον εαυτό της γιατί φοβόταν ένα δάσος που αν το σεβόσουν δε θα σε πείραζε, ενώ ζούσε σε μια πραγματική ζούγκλα γεμάτη άγριους ανθρώπους, και κινδύνους απειλητικούς για τη ζωή της.
Τα σύννεφα μαζεύονταν βαριά στον ουρανό μα η Έμμα προτίμησε να τα αγνοήσει. Ο θόρυβος που έκανε η σόλα πάνω στο χώμα σε κάθε βήμα ακουγόταν σαν όμορφο ορχηστρικό κομμάτι, ενώ δεν έχασε την ευκαιρία να αγγίξει τους κορμούς των δέντρων και τις κορυφές των φυτών. Ήταν παράξενο το πόσο αυξημένες ήταν ξαφνικά οι αισθήσεις της λες και λειτουργούσαν πάλι μετά από καιρό που βρίσκονταν σε χειμερία νάρκη. Ξέχασε τον φόβο της πολύ σύντομα κι άφησε τον εαυτό της ελεύθερο να ευχαριστηθεί τη βόλτα στην εξοχή μέχρι που έφτασε στο μέρος που αδημονούσε τόσο πολύ να δει.
Στο τέλος του δρόμου στεκόταν επιβλητική η έπαυλη Ρόουζγουντ περιτριγυρισμένη από κάγκελα στα οποία ο καιρός δεν είχε φερθεί καλά. Μια μεγάλη σιδερένια πόρτα κρατούσε έξω τους περίεργους αλλά μπορούσε να δει τον δρόμο που οδηγούσε προς το σημείο όπου άφηναν τα αυτοκίνητά τους οι κάτοικοι της έπαυλης, όπως και το πλακόστρωτο μονοπάτι που οδηγούσε ως το σπίτι. Οι πλάκες ήταν σπασμένες σε κάποια σημεία και γεμάτες με άγριο χορτάρι που ξεφύτρωνε πεισματικά από παντού. Στη μέση της διαδρομής, ως την εξώπορτα της έπαυλης, βρισκόταν ένα σιντριβάνι που κάποτε πρέπει να πρόσθετε ομορφιά στο μέρος. Το σπίτι είχε ένα ισόγειο, δύο ορόφους κι απ’ όσο μπορούσε να δει, ένα υπόγειο. Τα παράθυρα των δωματίων ήταν καλυμμένα με σανίδες, μόνο ένα παράθυρο ήταν ελεύθερο, αυτό στη σοφίτα. Της προκάλεσε λύπη η εικόνα που αντίκρισε και σκέφτηκε πως δεν ήταν καλή ιδέα να τραβήξει φωτογραφίες για την Έβελιν... θα ράγιζε η καρδιά της αν έβλεπε πως κατάντησε το σπίτι της.
Ο ήχος του κινητού της την έβγαλε απότομα από τις σκέψεις της, ήχησε δυνατά μέσα στη σιγαλιά. Πάτησε το κουμπί για να απαντήσει χωρίς να πάρει το βλέμμα της από το κτήμα, κάτι που μετάνιωσε όταν άκουσε τη φωνή του Ντέιν. «Που βρίσκεσαι;» τη ρώτησε με τάχα αδιάφορο τόνο.
Θύμωσε που δεν πρόσεξε και τώρα της χαλούσε τη διάθεση. «Να μη σε νοιάζει, τι θες;» Δεν άκουσε καλά την απάντησή του γιατί το σήμα ήταν κακό και τα λόγια του ακούγονταν μισά. «Σε κλείνω, δεν ακούω αλλά αν με ακούς εσύ, μη με ενοχλήσεις ξανά!»
Τερμάτισε την κλήση μουρμουρώντας ενώ προσπαθούσε να ανοίξει ανεπιτυχώς την καγκελόπορτα. Ανυπομονούσε να δει το σπίτι και τον περίγυρό του μέσα από τα κάγκελα. Οι πρώτες σταγόνες βροχής έπεσαν στο πρόσωπό της και ήξερε πως ήταν η ώρα να επιστρέψει στο χωριό βάζοντας φρένο στα θέλω της που την κατάτρωγαν. Κοίταξε για μια τελευταία φορά την έπαυλη Ρόουζγουντ μα λίγο πριν της γυρίσει την πλάτη της κάτι παράξενο της τράβηξε την προσοχή. Της φάνηκε πως είδε κίνηση στην σοφίτα. Μπορεί να ήταν παιχνίδια της φαντασίας της αλλά περίμενε λίγο με τα μάτια καρφωμένα εκεί για να βεβαιωθεί πως δεν έκανε λάθος. Μια αστραπή την ανάγκασε να οπισθοχωρήσει τρομαγμένη και η βροντή που ακολούθησε την τάραξε ακόμα περισσότερο γιατί ακούστηκε λες και έσπαγε η γη στη μέση. Έκανε ένα ακόμα βήμα μακριά από την καγκελόπορτα όταν είδε μια φιγούρα να στέκεται κοντά στο παράθυρο. Τη φώτισε στιγμιαία μία ακόμη αστραπή και η Έμμα άφησε μια πνιχτή κραυγή γιατί ορκίστηκε πως το άτομο στη σοφίτα κοιτούσε προς το μέρος της.
Το έβαλε στα πόδια. Πάνω στην ώρα άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς και η όρασή της θόλωσε γιατί το νερό έμπαινε στα μάτια της και τη δυσκόλευε να δει που πατούσε. Το δάσος ήταν πια σκοτεινό και απειλητικό και την ανάγκασε να βγάλει το κινητό της για να ανάψει τον φακό ώστε να βλέπει που πατάει. Έριχνε ματιές προς τα πίσω φοβισμένη, νόμιζε πως η σκιά στη σοφίτα θα την ακολουθούσε στην καταιγίδα. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή και οι βροντές της έκοβαν το αίμα, καθιστώντας την προσπάθειά της να επιστρέψει στο χωριό, ακόμα δυσκολότερη. Θύμωσε με τον εαυτό της και την ξεροκεφαλιά της, ο Τζες της έλεγε πως δεν θα πήγαιναν στην έπαυλη γιατί ήξερε πως ο καιρός δεν είχε φιλικές διαθέσεις κι εκείνη δεν τον άκουσε. Είχε γίνει μούσκεμα, τα μαλλιά της κολλούσαν στο μέτωπο και το κεφάλι της και ήθελε πολύ να βάλει τα κλάματα.
Το Χάρτβιλ δεν έλεγε να φανεί μπροστά της. Περπατούσε με δυσκολία ενάντια στη βροχή που μαστίγωνε τα πάντα στο διάβα της, και πλέον ήταν απόλυτα σίγουρη πως είχε χαθεί. Ποιος το φανταζόταν πως θα κατέληγε να χάσει τη ζωή της στη μέση του πουθενά μόνο και μόνο γιατί δεν είχε υπομονή. Άρχισε να κλαίει και να γελάει μαζί γιατί τα νεύρα της έγιναν κουρέλια, όταν ξαφνικά το πόδι της μπλέχτηκε στη ρίζα ενός δέντρου και έχασε την ισορροπία της. Προσπάθησε να πιαστεί από κάπου μα δεν τα κατάφερε, το κινητό τινάχτηκε από το χέρι της και χάθηκε μέσα σε μια λακκούβα με λασπόνερα ενώ εκείνη βρέθηκε ανάσκελα στο έδαφος να κοιτάζει τον μαυρισμένο, από τα σκούρα σύννεφα ουρανό, και τις αστραπές που έπεφταν η μία μετά την άλλη. Δεν μπορούσε να κουνηθεί. Παραιτήθηκε για τα καλά κι έκλεισε τα μάτια της περιμένοντας το τέλος να έρθει, με την ελπίδα πως ο Ρίτσαρντ και η Έβελιν δε θα ένιωθαν άσχημα που η ζωή της τελείωσε στο Χάρτβιλ, στη μέση του πουθενά.
Νόμισε πως άκουσε το όνομά της αλλά δεν άφησε τον εαυτό της να τον κυριεύσει η ελπίδα γιατί η απογοήτευση θα τη σκότωνε μια ώρα αρχύτερα. Σκέφτηκε πως μπορούσε να φωνάξει, έστω μια φορά, μα η φωνή της δεν έλεγε να βγει, γι’ αυτό περίμενε. Κράτησε τα μάτια σφιχτά και περίμενε ώσπου ένιωσε το σώμα της να τραντάζεται. Κάποιος τη σήκωσε από το έδαφος, δεν μπορούσε να δει ποιος ήταν αλλά μύριζε έντονα ξύλο και ήταν σίγουρη πως ο Τζες μόλις την είχε σώσει. Την κουβαλούσε στα χέρια του και πήγαινε με γρήγορο βήμα, μόνο την βαριά του ανάσα άκουγε, μα λίγο μετά έχασε τις αισθήσεις της και βυθίστηκε στο σκοτάδι.
{...}




Θέλω οπωσδήποτε να το δω σε έντυπη μορφή..... Έχει φλόγα.
Το ωραία ιστορία!!!! Αγαπημένο Χαρτβιλ!