Ραντεβού με τον έρωτα ©️Νεκταρία Μαρκάκη 2026
- Nektaria Markakis
- πριν από 6 ημέρες
- διαβάστηκε 9 λεπτά

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο μου "Ραντεβού με τον έρωτα" το οποίο ξαναγράφω και ομολογώ πως το ερωτεύομαι από την αρχή!
Μια γυναίκα, 10 ραντεβού και μια επιστροφή απο το παρελθόν που φέρνει τα πανω κάτω!
Απαγορεύεται η αντιγραφή του βιβλίου, είναι κατοχυρωμένο νομικά. Το εξώφυλλο είναι φτιαγμένο με ΑΙ ως έμπνευση, δεν ειναι αληθινό. ©️Νεκτάρια Μαρκάκη 2026
{...}
Ένιωσε το στομάχι της έτοιμο να εκραγεί με το τόσο φαγητό που είχε καταναλώσει, αλλά αυτό δεν την απέτρεψε από το να πάρει ένα σακουλάκι με πατατάκια, μαζί με τον φορητό υπολογιστή της, και να μεταφερθεί στο σαλόνι για να δουλέψει. Κάθισε μπροστά από το τζάκι που έκαιγε ήδη και κάρφωσε το βλέμμα της στο μεγάλο παράθυρο με την θέα που έκοβε την ανάσα. Δεν ήταν εκεί όταν η Λίλυ αγόρασε το σπίτι, εκείνη έδωσε εντολή να γκρεμιστεί ένα τμήμα του τοίχου και να μετατραπεί σε παράθυρο ώστε να μπορεί να βλέπει τον κόλπο, εκεί όπου είχε χαθεί ο έρωτας της ζωής της.
Η Λίλυ δεν ήταν πάντα μόνη της, από τα δεκάξι της ήταν ερωτευμένη με τον Μπεν, που γνώρισε στο σχολείο, και δήλωσε περιχαρής πως θα τον παντρευόταν μια μέρα. Απλά το ήξερε. Τον κοιτούσε και η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή, μα το ωραιότερο σημείο της ιστορίας, που της την έλεγε σαν παραμύθι, ήταν πως ο Μπεν ένιωθε το ίδιο για το κορίτσι με τα λακκάκια. Με τον Μπεν ήταν μαζί ως τον θάνατό του, δούλευε στη θαλάσσια μονάδα της αστυνομίας της πόλης, που ασχολούνταν με την περιπολία στα στενά του κόλπου και την επιβολή του νόμου. Πέθανε μία καλοκαιρινή μέρα, όταν η ομίχλη στον κόλπο ήταν τόσο έντονη, που είχε απαγορευτεί να βγαίνουν βάρκες και πλοιάρια έξω. Μόνο που μια παρέα νεαρών δεν υπάκουσε, έκλεψε το μικρό σκάφος του πατέρα του ενός και βγήκαν για βόλτα, αναγκάζοντας τον Μπεν και τον συνάδελφό του να βγουν για περιπολία ώστε να τους βρουν, όταν δηλώθηκε η εξαφάνισή τους και η κλοπή του σκάφους. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα… το σκάφος με την παρέα των παιδιών έπεσε πάνω σε αυτό όπου ήταν πάνω ο Μπεν και το εμβόλισε με αποτέλεσμα εκείνος να βρεθεί στο νερό. Χάθηκε μέσα στην ομίχλη κι όταν βρέθηκε την επόμενη μέρα, νεκρός, είδαν πως είχε χτυπήσει το κεφάλι του καθώς έπεφτε και σίγουρα είχε χάσει τις αισθήσεις του, με αποτέλεσμα να πνιγεί... δεν υπήρχε καμία περίπτωση να σωθεί.
Η Λίλυ ήταν τριάντα δύο τότε και ήδη δεκάξι χρόνια με τον Μπεν, τον οποίο δεν είχε προλάβει να παντρευτεί. Είχαν αρραβωνιαστεί μόλις μια βδομάδα πριν. Θυμόταν ακόμα και τώρα την κραυγή της όταν της είπαν πως τον βρήκαν νεκρό, ήταν τόσο σπαρακτική που νόμισε πως μαζί με αυτή άκουσε την καρδιά της να σπάει σε χίλια κομμάτια. Ποτέ της δεν κατάφερε να τα κολλήσει ξανά. Την επόμενη χρονιά έδωσε εντολή να φτιαχτεί ένα παράθυρο στο σαλόνι, και δεν βγήκε στιγμή από το σπίτι που έγινε το καταφύγιό της, ως τα τριάντα οχτώ της όταν και η δεκαοχτάχρονη, τότε, Κέισι μετακόμισε μαζί της. Αν σώθηκε λίγο η ψυχή της ήταν γιατί ασχολήθηκε με το μεγάλωμα της και προσπάθησε να γιατρέψει όλα όσα είχαν δηλητηριάσει οι γονείς της. Έγιναν σανίδα σωτηρίας η μία για την άλλη, γι’ αυτό όταν πέθανε η Λίλυ, πέθανε κι ένα κομμάτι της ψυχής της Κέισι. Το μόνο που την παρηγορούσε ήταν πως τώρα πια ήταν ξανά μαζί με τον Μπεν της που τόσο είχε αγαπήσει και που για χάρη του είχε καταδικάσει τον εαυτό της στη μοναξιά.
Περπατούσε σε ένα μονοπάτι γεμάτο με λευκά κρίνα κατά μήκους του. Μικρά άσπρα ανθάκια έπεφταν τριγύρω της σαν βροχή. Φορούσε ένα λευκό φόρεμα που έμοιαζε με νυφικό και κρατούσε στα χέρια της μια ανθοδέσμη με κρίνα. Προορισμός της ήταν μια αψίδα διακοσμημένη με λευκά λουλούδια όπου κάτω της ήταν τοποθετημένο κάτι που έμοιαζε με φέρετρο. Σταμάτησε για μια στιγμή να περπατάει, απορημένη, αλλά όταν είδε τη Λίλυ χαμογελαστή να την περιμένει δίπλα στο παράξενο σκηνικό, έτρεξε κοντά της. Πόσο της είχε λείψει, όλο της το Είναι χάρηκε όταν την είδε ξανά, λαμπερή και πανέμορφη, τόσο ίδια με εκείνη που για μία στιγμή σάστισε γιατί νόμιζε πως έβλεπε τον εαυτό της. Ήταν τόσο παράξενο που η Κέισι της έμοιαζε περισσότερο απ’ όσο έμοιαζε στη μητέρα της, την αδερφή της Λίλυ, δεν ήταν λίγοι που έλεγαν πως μπορούσαν να ήταν μητέρα με κόρη και ήταν μερικές φορές που η Κέισι το ευχόταν. Θα ήταν τόσο καλύτερη η ζωή της αν είχε εκείνη για μητέρα…
Η θεία της κράτησε το πρόσωπό της στα χέρια της και την κοίταξε τρυφερά, αλλά δεν έβγαλε άχνα, απλά της έκανε νόημα να κοιτάξει μέσα στο φέρετρο κι έκανε μερικά βήματα μακριά της. Η Κέισι δεν καταλάβαινε τι συνέβαινε, έστρεψε το βλέμμα της πάνω στο άδειο κοφίνι που ήταν κι αυτό λευκό, όπως τα πάντα γύρω της, και είδε ένα σημείωμα με καλλιγραφικά γράμματα:
Εδώ κείτονται τα όνειρα και τα αισθήματα της Κέισι που τα σκότωσε με τα ίδια της τα χέρια. Ας ξεκουραστούν ειρηνικά, για πάντα.
Αναζήτησε την Λίλυ καθώς οπισθοχωρούσε τρομαγμένη μα εκείνη είχε εξαφανιστεί. Τρομοκρατήθηκε όταν τα πάντα γύρω της άρχισαν να ξεραίνονται και από λευκά να μετατρέπονται σε μαύρα. Ήθελε να βάλει τις φωνές μα ένα αόρατο χέρι της έκλεισε το στόμα.
Εσύ φταις, εσύ το επέβαλλες στον εαυτό σου…
Η φωνή που της μίλησε ήταν περίεργη και δεν μπορούσε να αποφασίσει αν ανήκε σε γυναίκα ή σε άντρα. Κάποιος την έσπρωξε με δύναμη, δεν μπορούσε να δει ποιος ήταν γιατί κινούνταν γύρω της τόσο γρήγορα που έμοιαζε με σκιά μα δεν σταματούσε ώσπου έφτασε μπροστά από το φέρετρο που τώρα ήταν ακουμπισμένο στο έδαφος. Η Κέισι έχασε το βήμα της και βρέθηκε ξαπλωμένη μέσα του, να κοιτάζει τον ουρανό όπου μαζεύονταν βαριά σύννεφα. Η σκιά στάθηκε από πάνω της και κράτησε το καπάκι του φέρετρου με το δεξί του χέρι.
Όταν το αποφασίσεις, φώναξέ με να σε βγάλω, είπε και το κατέβασε με δύναμη, κλείνοντάς τη μέσα.
Η Κέισι τινάχτηκε μέσα από τον ύπνο της και ανακάθισε στο πάτωμα. Την είχε πάρει ο ύπνος μπροστά από το τζάκι, πάνω στο παχύ χαλί, τυλιγμένη με την αγαπημένη της κουβέρτα. Είχε ξημερώσει ήδη, αναζήτησε το κινητό της που ήταν πεταμένο λίγο παραπέρα κι έριξε μια ματιά στο ρολόι που έδειχνε ήδη δέκα το πρωί. Είχε πάνω από αναπάντητες κλήσεις που δεν άκουσε ποτέ γιατί το είχε χαμηλωμένο, αλλά και μηνύματα από την Πάιπερ που της έλεγε πως η Ρεγγίνα ήταν έξαλλη μαζί της. Της πήρε λίγη ώρα μέχρι να συνειδητοποιήσει πως ήταν Παρασκευή και αντί να βρίσκεται στη δουλειά, ήταν ξαπλωμένη φαρδιά πλατιά στο πάτωμα του σπιτιού της να βαριανασαίνει λόγω του ονείρου που είχε δει και την είχε ταράξει τόσο. Τινάχτηκε όρθια βρίζοντας δυνατά κι ανέβηκε δυο-δυο τα σκαλιά ως την κρεβατοκάμαρά της, ενώ ταυτόχρονα καλούσε στη δουλειά.
«Πού στο διάολο είσαι;» ήταν το πρώτο πράγμα που της είπε η Πάιπερ, μόλις απάντησε. «Η άλλη απειλεί να σε απολύσει, αναγκάστηκα να της πως ότι κάνεις έρευνα για το άρθρο σου...»
«Ποιο άρθρο μου;»
«Αυτό που αναγκαστικά θα γράψεις για να σώσεις τη δουλειά σου!» της είπε η Πάιπερ, μιλώντας χαμηλόφωνα για να μην ακουστεί σε κανέναν εκτός από εκείνη. «Είσαι τυχερή που είμαι έξυπνη και βρήκα τρόπο να σε σώσω. Επίσης, μου χρωστάς. Τσακίσου κι έλα στο γραφείο, δεν την αντέχω άλλο», κλαψούρισε και της έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα.
Η Κέισι πήρε μια βαθιά ανάσα, ένα πράγμα δεν ανεχόταν η Ρεγγίνα, να μην έβλεπε τους πάντες στις θέσεις τους στην ώρα τους. Την έπιανε υστερία, τσίριζε πως δεν θα ήταν η μόνη που θα δούλευε σαν σκυλί μέσα σε αυτό το γραφείο, κι ας ήταν εκείνη που έκανε τη λιγότερη δουλειά, τον περισσότερο χρόνο της τον περνούσε πηγαίνοντας για φαγητό και ποτό, που σήμαινε πως τη μισή μέρα ήταν μεθυσμένη. Θα της έκανε τη ζωή μαρτύριο όλη μέρα, ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Μέσα στην φούρια της δεν πρόσεξε καν τι φόρεσε, ούτε περιποιήθηκε τον εαυτό της όπως κάθε πρωί, έφυγε σαν τον ζόμπι φορώντας ένα ξεφτισμένο τζιν, ένα φούτερ και με τα μαλλιά της πιασμένα σε έναν ατημέλητο κότσο. Δεν έπλυνε καν το πρόσωπό της, έμοιαζε με ρακούν αφού δεν είχε ξεβαφτεί καν από την προηγούμενη μέρα, κι όμως… πρώτη φορά αισθανόταν τόσο ελεύθερη…
Περίμενε ψυχρή υποδοχή και φωνές αλλά η Ρεγγίνα έλειπε όταν έφτασε κατά τις έντεκα, και κατάφερε να ανασάνει λιγάκι. Κρύφτηκε πίσω από τον υπολογιστή της αποφεύγοντας να έρθει σε επαφή με τον οποιονδήποτε, μέχρι που έλαβε ένα μήνυμα στο κινητό της κατά τις τρεις. Ραντεβού στο εστιατόριο σε δέκα λεπτά, πρέπει να μιλήσουμε για το σχέδιο δράσης, Π-Μ-Π.
Την φόβιζαν τα σχέδια δράσης της Πάιπερ αλλά η περιέργεια της νίκησε και δέκα λεπτά αργότερα, περνούσε την πόρτα του εστιατορίου που στεγαζόταν κάτω ακριβώς από τα γραφεία του περιοδικού. Συνειδητοποίησε πόσο πολύ πεινούσε, έκανε μια στάση για να πάρει φαγητό και μετά, κάθισε στο ίδιο τραπέζι με τις τρεις φίλες της που την κοιτούσαν με το ίδιο, απορημένο ύφος.
«Είσαι τυχερή που λείπει η υστερική», σχολίασε η Πάιπερ. «Κοίτα τα χάλια σου...»
«Η Κέισι είναι μια χαρά, το πρόβλημα ξεκινάει από το ότι πρέπει να χάνουμε την ταυτότητά μας αν θέλουμε να δουλέψουμε σε ένα μέρος σαν αυτόν», πετάχτηκε ενοχλημένη η Μπρούκλιν που μισούσε το γεγονός πως έπρεπε να είναι στην τρίχα κάθε μέρα. Μισούσε που ήταν μάχιμη δημοσιογράφος η οποία έγραφε για τα προβλήματα της πόλης, φορώντας τακούνια, αντί να τρέχει στο δρόμο με τα αθλητικά της για να προλαβαίνει τα γεγονότα. Πολλές φορές έλεγε ότι ήθελε να βρει αληθινή δουλειά, αλλά το περιοδικό πλήρωνε καλά, κι αυτά τα χρήματα σε εφημερίδα δεν θα τα έβγαζε. Περίμενε υπομονετικά τη μεγάλη ευκαιρία, όμως, και κάποτε σίγουρα θα της καθόταν.
«Δεν έχουμε χρόνο, μπορούμε να πούμε στην Κέισι για το σχέδιό μας;» ρώτησε η Πέιτον χτυπώντας το δάχτυλό της πάνω στο καντράν του ρολογιού της, για να βιαστούν λιγάκι. «Έχω ραντεβού σε μισή ώρα».
Η Πέιτον δεν έγραφε μόνο άρθρα στο περιοδικό που αφορούσαν την ψυχική υγεία, αλλά είχε αναλάβει και την ψυχοθεραπεία των υπαλλήλων, μετά από εντολή της Ρεγγίνα. Στην αρχή το έκανε ώστε να μπορεί να την ψαρεύει και να μαθαίνει τα προβλήματά τους, για να μπορεί να τα χρησιμοποιεί εναντίων τους, μα η Πέιτον της το ξέκοψε και ξαφνικά έγινε η αγαπημένη της ψυχολόγος, εκεί όπου έτρεχε για να βγάλει τα εσώψυχά της τα οποία η φίλη της, αρνούνταν να μοιραστεί μαζί τους. Το μόνο που τους είχε πει ήταν πως η ζωή της θα μπορούσε να είναι μια σαπουνόπερα και κανείς τους δεν το αμφισβήτησε αυτό, στιγμή.
«Λοιπόν, το πάρτι είναι την Τρίτη και είναι δύσκολο ως τότε να βγεις εκεί έξω και να βρεις το τέλειο ραντεβού, γι’ αυτό φροντίσαμε εμείς να σου το βρούμε», ξεκίνησε να λέει η Πάιπερ, με τόσο σοβαρό ύφος, που η Κέισι ήθελε να βάλει τα γέλια.
«Πρέπει να αφήσεις ελεύθερο όλο το Σαββατοκύριακό σου». Τον λόγο πήρε η Μπρούκλιν που ταυτόχρονα διάβαζε τα μηνύματά της στο κινητό. «Θα είσαι απασχολημένη και τις δύο μέρες».
«Με τι;» τόλμησε να ρωτήσει η Κέισι.
«Με τα ραντεβού σου», απάντησε χαμογελώντας η Πέιτον. «Σου ετοιμάσαμε πρόγραμμα, να δες!»
Της έδωσε ένα σημειωματάριο και η Κέισι δεν έχασε καιρό να το ανοίξει για να δει τι έκρυβε μέσα του. Ξαφνιάστηκε όταν είδε γραμμένα ένα σωρό ανδρικά ονόματα, τα περισσότερα σβησμένα, αλλά και τους λόγους που σβήστηκαν. Στο τέλος είχαν καταλήξει σε δέκα ονόματα, και στις επόμενες σελίδες, είχαν χωριστεί σε δύο στήλες- η κάθε μία φιλοξενούσε πέντε ονόματα. Γύρισε σελίδα. Η λέξη ΣΑΒΒΑΤΟ ήταν γραμμένη στην πρώτη σειρά κι από κάτω όλη η μέρα της ήταν καθορισμένη, ξεκινώντας από τις δέκα το πρωί, όταν και είχε κλειστεί το πρώτο της ραντεβού, ως τις εφτά που θα ξεκινούσε το τελευταίο. Το κάθε ραντεβού ήταν κλεισμένο σε διαφορετικό μέρος, ανάλογα με το ποιόν θα συναντούσε. Τα ίδια ίσχυαν και για την Κυριακή. Τις αντίκρισε με δυσπιστία πριν στρέψει πάλι το βλέμμα της στο σημειωματάριο όπου στις επόμενες σελίδες ανέγραφαν έναν μικρό βιογραφικό για κάθε τύπο που θα γνώριζε.
«Δέκα ραντεβού μέσα σε δύο μέρες, ένας από αυτούς θα είναι ο τέλειος άντρας για το πάρτι», είπε η Πάιπερ, που δεν έκρυβε τον ενθουσιασμό της.
Η Κέισι δεν ήθελε να τους πει πως η ιδέα τους ήταν θεόμουρλη, κυρίως γιατί την κοιτούσαν τόσο περήφανες για τον εαυτό τους που είχαν καταφέρει μέσα σε ένα βράδυ να φτιάξουν ένα τόσο προσεγμένο πρόγραμμα.
«Έχουν συμφωνήσει όλοι να με γνωρίσουν;» ρώτησε, ανήμπορη να το πιστέψει. «Ξέρουν τον λόγο;»
«Όχι με πολλές λεπτομέρειες», της είπε η Μπρούκλιν. «Αλλά λίγη σημασία έχει, αυτή είναι η μοναδική σου ευκαιρία να έρθεις στο πάρτι!»
«Μα πως θα προλαβαίνω να πηγαίνω από το ένα μέρος στο άλλο;» ρώτησε αγανακτισμένη που δεν οδηγούσε.
«Μην ανησυχείς, σου έκλεισα αυτοκίνητο και οδηγό από μια εταιρεία που ανήκει σε έναν γνωστό μου. Μην περιμένεις λιμουζίνα, ένα αυτοκίνητο απλό είναι με έναν οδηγό που θα σε περιφέρει στην πόλη», της εξήγησε η Πάιπερ. «Το χρέωσα στο περιοδικό», συνέχισε χαχανίζοντας.
«Και συμφώνησε η Ρεγγίνα σε αυτό;»
«Ναι, γιατί της είπα πως βγαίνεις αυτά τα ραντεβού ως μέρος της έρευνάς σου. Θα γράψεις άρθρο για το πως είναι να βγαίνεις ραντεβού τη σήμερον ημέρα».
«Είναι όλα κανονισμένα», της είπε η Μπρούκλιν και οι τρεις τους σηκώθηκαν κι άρχισαν να μαζεύουν τα πράγματά τους.
«Εσύ το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να πας στα ραντεβού», συνέχισε η Πέιτον κι αφού τη φίλησαν όλες, άρχισαν να απομακρύνονται.
«Και να μην ξεχάσεις να ξυρίσεις τα πόδια σου», φώναξε από απόσταση, η Πάιπερ, τραβώντας την προσοχή όλων μέσα στο εστιατόριο, ενώ η Κέισι χαμήλωνε στην καρέκλα της σε μια απέλπιδα προσπάθεια να κρυφτεί από τις αδιάκριτες ματιές ενώ ήδη μετάνιωνε το γεγονός πως ζήτησε τη βοήθειά τους.
{...}




Σχόλια