top of page

Εύα Καραφαντάλου:Θέλω ο αναγνώστης να νιώσει αυτό που ένιωσα κι εγώ όταν έκλεισα το βιβλίο.

  • BookSenses
  • πριν από 6 ημέρες
  • διαβάστηκε 6 λεπτά


Η Γεωργία @booksenses ρωτάει και η Εύα Καραφαντάλου απαντάει και μας μιλάει για ολα οσα αφορούν το βιβλίο της ΕΚ ΓΕΝΕΤΗΣ ΚΕΝΟΣ που κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις Κούρος.



Τι ήταν αυτό που αποτέλεσε τη βασική αφορμή ή έμπνευση για να γράψετε το «Εκ Γενετής Κενός»;

Κάποια πραγματική εμπειρία, μια σκέψη ή ίσως μια εικόνα που σας ακολούθησε;


Η έμπνευση για να γράψω το Εκ γενετής κενός γεννήθηκε από ερωτήσεις που συχνά ακούγονται στις παρέες φίλων:


Έχετε παντρευτεί τον έρωτα της ζωής σας;


Οι μεγάλοι έρωτες τελικά φοράνε νυφικό;

Αυτές οι ερωτήσεις στάθηκαν η αφορμή για να θελήσω να γράψω μια ρομαντική ιστορία, μια ιστορία που θα προσπαθούσε να δώσει απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις.

Αρχικά, αυτή ήταν η πρόθεσή μου. Όμως, καθώς άρχισα να γράφω το μυθιστόρημα, συνειδητοποίησα ότι δεν ήθελα απλώς να αφηγηθώ μια ερωτική ιστορία. Ένιωσα την ανάγκη να εμβαθύνω στην ψυχολογία των ηρώων, να φτάσω σε εκείνο το σημείο όπου όχι μόνο ο αναγνώστης, αλλά και εγώ η ίδια, θα μπορούσα να καταλάβω γιατί τελικά είναι τόσο δύσκολο να παντρευτεί κανείς τον έρωτα της ζωής του.

Τι είναι αυτό που σε κάνει να θέλεις κάποιον τόσο πολύ, αλλά ταυτόχρονα σε απωθεί από το να είστε μαζί; Ποια εσωτερικά εμπόδια, φόβοι ή πληγές στέκονται ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που αγαπιούνται;

Το Εκ γενετής κενός είναι η προσπάθειά μου να εξερευνήσω αυτά ακριβώς τα ερωτήματα.


 

Η σχέση της Βανέσας και του Χριστόφορου είναι γεμάτη σιωπές και άρρητα συναισθήματα. Πώς δουλέψατε τη «σιωπηλή» ένταση ανάμεσα στους δύο ήρωες;


Αυτό ήταν ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι στη συγγραφή αυτού του βιβλίου, γιατί ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τη δική μου προσωπικότητα. Σε παρόμοιες καταστάσεις, εγώ δεν θα μπορούσα να σιωπήσω· αντίθετα, θα επικρατούσε χάος. Η σιωπή ανάμεσα στη Βανέσα και τον Χριστόφορο δεν ήταν κάτι που μου ερχόταν φυσικά. Χρειάστηκε να «εκπαιδευτώ» στη αυτοσυγκράτηση. Πολλές φορές έφτασα στο σημείο να λυπάμαι τους ίδιους μου τους ήρωες.


 Το “κενό” αποτελεί κεντρικό μοτίβο στο μυθιστόρημα. Τι σημαίνει για εσάς προσωπικά αυτή η έννοια; Είναι κενό, έλλειψη, φόβος ή κάτι άλλο;

 

Όταν ξεκίνησα να γράφω το μυθιστόρημα, το «κενό» το είχα εστιάσει κυρίως στην έλλειψη συναισθήματος μέσα σε μια σχέση - όταν κάποιοι άνθρωποι νιώθουν κυρίως κάτι σωματικό, χωρίς να υπάρχει η αίσθηση του «σ’ αγαπώ», του «μου αρέσεις σαν άνθρωπος, σαν χαρακτήρας, σαν φίλος». Η σύνδεση παραμένει επιφανειακή, σχεδόν άδεια.

Καθώς προχωρούσα, το κενό έγινε πιο βαθύ, πιο πολύπλοκο. Είναι ο χώρος που δημιουργείται όταν κανείς δεν μπορεί να εκφράσει τα συναισθήματά του, είτε από φόβο, είτε από πληγές που δεν κλείνουν, είτε από την ανάγκη να προστατεύσει την ψυχή του. Είναι η απόσταση που κρατάς από τους άλλους όταν η καρδιά έχει πληγωθεί.

Το κενό, λοιπόν, δεν είναι απλώς απουσία αγάπης· είναι η σιωπηλή άμυνα της ψυχής, ένας τόπος όπου η μοναξιά και η προστασία συνυπάρχουν.

Και μέσα σε αυτό το κενό κρύβεται η δυνατότητα για αλήθεια, για επαφή, για αγάπη - όταν βρεθεί εκείνος ο κάποιος που θα καθρεφτίσει αυτό το κενό και θα σε κάνει να θελήσεις να το γεμίσεις.


 

Ο Χριστόφορος κρύβει μια ταυτότητα που επιλέγει συνειδητά να μην αποκαλύψει. Πόσο δύσκολο ήταν να χτίσετε έναν ήρωα που υπάρχει ανάμεσα σε δύο «εγώ»;


Αυτό που προσπάθησα να κάνω με όλους τους ήρωές μου ήταν να είναι όσο το δυνατόν πιο ανθρώπινοι. Δεν ήθελα κανένας να είναι μόνο «καλός» ή μόνο «κακός». Όλοι έχουν στιγμές που τους συμπαθείς και άλλες που σε απογοητεύουν ή σε θυμώνουν, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή.

Ο Χριστόφορος, ωστόσο, από την αρχή ήθελα να κουβαλά αυτή τη διπλή ταυτότητα πιο έντονα από τους υπόλοιπους. Ήταν ο ήρωας μέσα από τον οποίο θα απαντιούνταν τα ερωτήματα που είχα θέσει εξαρχής για το μυθιστόρημα. Η ύπαρξή του ανάμεσα σε δύο «εγώ» δεν ήταν εύκολη ούτε για εκείνον ούτε για μένα ως συγγραφέα, όμως αυτή ακριβώς η επιλογή λειτούργησε καταλυτικά για την εξέλιξη της ιστορίας.

Η διπλή του ταυτότητα δεν αποτελεί απλώς ένα αφηγηματικό στοιχείο· είναι η εσωτερική του σύγκρουση, το βάρος των επιλογών του και ο λόγος που δυσκολεύεται να αγαπήσει και να αφεθεί.


 

Η Βανέσα καλείται να σηκώσει ένα μεγάλο οικογενειακό βάρος. Θεωρείτε ότι οι κοινωνικές και οικογενειακές προσδοκίες σήμερα επηρεάζουν ακόμα τόσο έντονα τις επιλογές των ανθρώπων;

 

Όχι τόσο έντονα όσο στο παρελθόν, όμως εξακολουθούν να επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τις επιλογές πολλών ανθρώπων. Ακόμα και σήμερα, αρκετοί γονείς επιθυμούν τα παιδιά τους να συνεχίσουν μια οικογενειακή επιχείρηση ή ένα επάγγελμα που οι ίδιοι έχτισαν, θεωρώντας το ως φυσική συνέχεια της οικογένειας.

Συχνά αυτή η πίεση δεν ασκείται ανοιχτά, αλλά έμμεσα - μέσα από προσδοκίες και την ανάγκη να μην απογοητεύσεις όσους αγαπάς. Και πολλές φορές, τα ίδια τα παιδιά σπρώχνονται προς αυτή την κατεύθυνση χωρίς να έχουν τον χώρο ή τον χρόνο να αναρωτηθούν τι πραγματικά θέλουν.


 

Το εργοστάσιο σοκολάτας λειτουργεί σαν σκηνικό μοίρας. Πώς επιλέξατε αυτόν τον χώρο; Τι συμβολίζει για εσάς η γλυκύτητα της σοκολάτας σε αντίθεση με το βάρος των χαρακτήρων;


Το εργοστάσιο σοκολάτας ήταν μια συνειδητή επιλογή για να αποδώσω την αντίθεση ανάμεσα στον «φτωχό» και τον «πλούσιο» χωρίς να το δηλώσω ευθέως. Ήθελα αυτή η κοινωνική απόσταση να υπάρχει υπόγεια, να λειτουργεί συμβολικά και όχι περιγραφικά.

Πέρα όμως από αυτό, έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στη σοκολάτα και, κυρίως, στη σύνδεσή της με τον έρωτα. Πιστεύω πως ο έρωτας μοιάζει με ένα είδος μέθης - γλυκός, έντονος, εθιστικός, αλλά και επικίνδυνος αν τον παρακάνεις. Κάπως έτσι είναι και η σοκολάτα.

Για μένα, λοιπόν, ο έρωτας είναι ένα μεθύσι με γεύση σοκολάτας. Γι’ αυτό και το εργοστάσιο δεν λειτουργεί μόνο ως σκηνικό, αλλά ως μια μεταφορά της ίδιας της ερωτικής εμπειρίας.

 

Ο έρωτας στο βιβλίο παρουσιάζεται όχι ως «λύτρωση», αλλά ως μια ευκαιρία να φωτιστεί το κενό. Πιστεύετε ότι ο έρωτας μπορεί πραγματικά να θεραπεύσει ή απλώς να αποκαλύψει όσα ήδη υπάρχουν μέσα μας;


Θα έλεγα πως ισχύουν και τα δύο, ανάλογα με την περίπτωση. Αν κάποιος είναι ήδη τραυματισμένος από έρωτες του παρελθόντος, τότε όταν συναντήσει τον πραγματικό έρωτα - ο οποίος είναι μοναδικός για τον καθένα και δεν θέλω να τον περιορίσω με ταμπέλες - αυτός μπορεί να λειτουργήσει θεραπευτικά.

Στην περίπτωση του βιβλίου, όμως, ο έρωτας δεν έρχεται για να γεμίσει τα κενά. Έρχεται για να μας δείξει ποιοι είμαστε πραγματικά, τι αντέχουμε και μέχρι πού μπορούμε να φτάσουμε για κάποιον που, για εμάς, είναι ο έρωτας της ζωής μας. Είναι ένας καθρέφτης που δεν υπόσχεται απαραίτητα λύτρωση, αλλά αλήθεια.


 

Πόσο από εσάς υπάρχει στους ήρωες; Νιώθετε πιο κοντά στη Βανέσα, στον Χριστόφορο ή σε κάποιον δευτερεύοντα χαρακτήρα;

 

Πιστεύω πως σε κάθε βιβλίο υπάρχουν στοιχεία του συγγραφέα. Και στο δικό μου, κομμάτια μου υπάρχουν σε όλους τους ήρωες, σε διαφορετικές στιγμές και με διαφορετικό τρόπο. Αν, όμως, έπρεπε να ξεχωρίσω έναν, αυτός θα ήταν ο Αντώνης.

Διαβάζοντας το βιβλίο ολοκληρωμένο, τον θαύμασα κι εγώ η ίδια για την ανιδιοτελή του αγάπη, τον δυναμισμό του και την εξέλιξη του.


 

Κατά τη διάρκεια της γραφής, υπήρξε κάποια στιγμή που σας εξέπληξε ο ίδιος ο δρόμος της ιστορίας; Κάποια ανατροπή που «επέλεξε» το βιβλίο από μόνο του;


Ναι, υπήρξαν δύο στιγμές κατά τη συγγραφή όπου άλλαξα τη ροή της ιστορίας. Η πρώτη ήταν κάπου στη μέση, όταν συνειδητοποίησα ότι αν περιέγραφα έναν χαρακτήρα μόνο ως «κακό», το αποτέλεσμα θα ήταν υπερβολικά άσχημο. Έτσι, μετατόπισα την «κακία» σε έναν άλλο χαρακτήρα, γεγονός που άλλαξε εντελώς την πορεία της ιστορίας σε σχέση με αυτό που είχα αρχικά φανταστεί.

Η δεύτερη ήταν το τέλος. Το είχα σκεφτεί από την αρχή. Αρχικά ήθελα να σταματήσω στο προτελευταίο κεφάλαιο. Καθώς όμως διάβαζα το βιβλίο, ένιωσα ότι αυτός ο έρωτας δεν θα έπρεπε να τελειώσει έτσι. Έτσι αποφάσισα να γράψω και το τελευταίο κεφάλαιο - και νιώθω τόσο όμορφα γι’ αυτή την επιλογή, γιατί τελικά ήταν η πιο όμορφη ανατροπή που μπορούσα να δώσω στην ιστορία.

 

Πόσο δύσκολη ή απαιτητική ήταν η διαδικασία συγγραφής ενός τόσο συναισθηματικά φορτισμένου κειμένου; Υπήρξαν σημεία που χρειάστηκε να αποστασιοποιηθείτε;


Ναι, ήταν μια πολύ απαιτητική διαδικασία και γι’ αυτό μου πήρε τρία χρόνια να ολοκληρωθεί το βιβλίο. Το έγραφα κομμάτι-κομμάτι, κυρίως όταν ήμουν ψυχολογικά καλά, γιατί ήθελα να αποδώσω με ειλικρίνεια τον ψυχισμό των ηρώων μου. Δεν ήθελα να μεταφέρω φόβους ή μελαγχολίες δικές μου. Έτσι, το έγραψα με ηρεμία και απόλυτη συγκέντρωση στους χαρακτήρες.


 

Πόσο σημαντική θεωρείτε την επιμέλεια ενός βιβλίου; Πιστεύετε ότι οι εκδοτικοί οίκοι στην Ελλάδα δίνουν την προσοχή που χρειάζεται σε έργα με τόσο βαθιές θεματικές;

 

Η επιμέλεια ενός βιβλίου είναι εξαιρετικά σημαντική. Είναι, μετά τη συγγραφή, το δεύτερο πιο κρίσιμο στάδιο στη δημιουργία ενός έργου. Οι περισσότεροι εκδοτικοί οίκοι πιστεύω ότι πλέον πραγματοποιούν τουλάχιστον μια στοιχειώδη επιμέλεια, με στόχο να προσφέρουν στους αναγνώστες ένα προϊόν όσο το δυνατόν πιο προσεγμένο, καθαρό και ευχάριστο στην ανάγνωση.


 

Τι θα θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης κλείνοντας το βιβλίο; Μια αίσθηση, μια σκέψη ή ίσως ένα ερώτημα;

 

Θέλω ο αναγνώστης να νιώσει αυτό που ένιωσα κι εγώ όταν έκλεισα το βιβλίο. Όλη αυτή η ιστορία μοιάζει να καθρεφτίζει κάτι μοιραίο, κάτι αναπόφευκτο. Και όμως, κρύβει μια αλήθεια που με κάνει να χαμογελώ: όσα δεν συμβαίνουν σε μια ολόκληρη ζωή, μπορεί να συμβούν σε μία μόνο στιγμή.

Τη στιγμή που απαλλάσσεσαι από φόβους και ενδοιασμούς. Τη στιγμή που καταλαβαίνεις τι θέλεις, τι μπορείς και τι αντέχεις. Και, κυρίως, τη στιγμή που αποδέχεσαι τον άλλον όπως ακριβώς είναι.

Θέλω εσένα. Όχι αυτό που φαντάστηκα ότι είσαι. Όχι αυτό που φαντάστηκα ότι θα γίνεις.

Θέλω εσένα, με τα προτερήματα και τα ελαττώματά σου.

Αν σου κάνει, μένεις. Αν δεν σου κάνει, φεύγεις.

Και για μένα, αυτή είναι η πιο καθαρή μορφή αγάπης.



Σχόλια

Βαθμολογήθηκε με 0 από 5 αστέρια.
Δεν υπάρχουν ακόμη βαθμολογίες

Προσθέστε μια βαθμολογία
bottom of page